Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΠΛΟ...ΤΟΣΤ!

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ - ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟ

Στην Ελλάδα αρχίσαμε όλοι να σκίζουμε τα ιμάτιά μας περί διαφθοράς μόλις ξεκίνησαν τα ζόρια του μνημονίου. Ανακαλύψαμε τον τροχό, μόλις οι άλλοι υπονόησαν πως είμαστε λαμόγια. Κι όμως η διαφθορά στην Ελλάδα δεν είναι η Siemens, τα υποβρύχια, οι κρατικές μίζες, οι λαδωμένοι δημόσιοι λειτουργοί, τα αμαρτωλά φακελάκια. Στην Ελλάδα η διαφθορά ξεκινάει από ένα απλό τοστ!
Πάνε πολλά χρόνια που ο πατέρας μου αποφάσισε να ανοίξει με ένα φίλο ένα μικρό κυλικείο για να πουλάνε καφέδες και σάντουιτς. Αυτά τα γνωστά μικρά χρυσωρυχεία που κάποτε άνοιγαν και μετά από λίγο καιρό έβλεπες το καφετζή να κυκλοφορεί με μερσεντές...

Όταν ήρθε η ώρα να κλείσουν από που θα προμηθεύονται τα διάφορα υλικά προς βρώση, ο πατέρας μου, αιώνιος κουβαλητής του σταυρού της ηθικής εις τον μάταιον τούτο κόσμο, μόλις είδε που σκόπευε να αγοράσει και τι ο συνεργάτης (ο οποίος είχε και το λιγοστό κεφάλαιο για το ξεκίνημα...) φρίκαρε! Στο πρώτο του σχόλιο «είναι δυνατόν ρε Γιώργο να δώσουμε στο κόσμο να φάει αυτά τα αλλαντικά κι αυτά τα τυριά?..» ο φίλος Γιώργος αναφώνησε ειρωνικά «μήπως θέλεις να τους δίνουμε το ζαμπονάκι που τρώει η βασίλισσα της Αγγλίας?»
Ο πατέρας μου αποχώρησε από την φιλόδοξη επιχείρηση βρίζοντας. Όμως χιλιάδες τοστ και όχι μόνο από το Γιώργο, όπως χιλιάδες άλλα κρεατικά, ζαρζαβατικά, γαλακτοκομικά , και άλλες κατηγορίες από σάπια, ληγμένα, φτηνιάρικα, περισσεύματα άγνωστης προέλευσης και συσκευασίας που δεν έκαναν ούτε γι ανα σκουπίσεις τα πόδια, τάισαν το Έλληνα τον μερακλή όλα αυτά τα χρόνια και αυγάτισαν τις τσέπες των μικρών αλλά φιλόδοξων επιχειρηματιών.
Η Ελλάδα των μεγάλων κρατικών μιζών, από κάτω έκρυβε το – στη κυριολεξία – βρώμικο χρήμα. Δεν είχε τη μεγαλοπρέπεια μιας διακρατικής συμφωνίας, την αίγλη μιας μίζας εκατομμυρίων, την αρχοντιά ενός μεγαλολαμόγιου, αλλά έκρυβε όλη τη βρώμα της ανθρώπινης αθλιότητας.

Σάπια φαγιά, κλέψιμο στο ζύγι, ότι πιο φτηνιάρικο για εύκολο χρήμα. Πολύ χρήμα χτίστηκε πάνω σε δηλητηριάσεις κάθε είδους, πολύ χρήμα χτίστηκε στο κλέψιμο της γριούλας την ώρα που αγόραζε τα ζαρζαβατικά της, χτίστηκε πάνω σε ψευτόμαγκες που ψάχνανε ένα «κοροϊδάκι» με προίκα, χτίστηκε από σκουπιδιαρέους που βάζανε μέσα ποιος θα πάρει βάρδια στις χλιδάτες συνοικίες, σε καφετζήδες που χρέωναν σαμπάνια τη πορτοκαλάδα στους μαλάκες τους ξένους, σε ταβερνιάρηδες που πάσαραν το σάπιο ψάρι για ολόφρεσκο που μοσχοβολάει, χτίστηκε σε κάθε είδους επάγγελμα και με όποιο τρόπο κλοπής και απάτης μπορεί να επινοήσει ανθρώπινος νους.

Από τον απλό μικρο-μαναβάκο στο πάγκο της λαϊκής που τράβαγε γρήγορα τις ντομάτες σαν ταχυδακτυλουργός πριν προλάβεις να δεις τι γράφει το ζύγι, μέχρι το άγιο παγκάρι της εκκλησίας που δεν έκοψε ποτέ απόδειξη για να δούμε έτσι από περιέργεια πόσο κοστίζουν βρε αδελφέ οι προσευχές των ενοριτών τους . Και όχι μην προσβάλεστε. Φυσικά και δεν ήταν όλοι έτσι ξεφτιλισμένοι. Αλλά ήταν πάρα πολλοί. Πολύ περισσότεροι από ότι μπορεί να αντέξει ένα κράτος για να μην γίνει χαβούζα. Πολύ περισσότεροι από το επιτρεπόμενο ποσοστό ασυνειδησίας ακόμα και στις πιο αμαρτωλές πρωτεύουσες του κόσμου. Εδώ κυρίες και κύριοι δεν υπήρξε ΠΟΤΕ ΤΙΠΟΤΑ ΠΟΥ ΝΑ ΧΑΙΡΕΙ ΣΕΒΑΣΜΟΥ. Ούτε οι ζωντανοί, ούτε οι άρρωστοι, ούτε οι νεκροί. Δεν υπήρχε τίποτα από το οποίο να μη μπορούσε κάποιος να τα «τσιμπήσει» Είτε αυτό το κάτι ήταν η πατρίδα, είτε η θρησκεία είτε η οικογένεια. Το πολυδιαφημισμένο πατριωτικό τρίπτυχο που το έχουν όλοι χεσμένο γενικώς αλλά παραμυθιάζονται πως είναι κορώνα στο κεφάλι τους.

Η Ελλάδα δεν χάθηκε μόνο από το βάρος των μεγάλων κλεφτών και απατεώνων, των επικίνδυνων λαμόγιων της εξουσίας, χάθηκε και από την έκταση της διαφθοράς σε όλα τα μήκη και πλάτη του πληθυσμού. Κι η διαφθορά αυτή δεν ήταν μόνο ο διορισμός στο δημόσιο όπως μας αρέσει να επαναλαμβάνουμε τώρα τελευταία, ή το φακελάκι του γιατρού, ή το μιζάρισμα ενός εφοριακού...
Η διαφθορά ξεκίναγε από τους βόθρους ενός κτιρίου μέχρι το ρετιρέ.
Ο Υπουργός κορόιδευε τον πολίτη του για να του αποσπάσει τη ψήφο , κι ο πολίτης ταβερνιάρης κορόιδευε τον υπουργό του πλασάροντας ένα σάπιο φιλέτο ενίοτε κατουρημένο...

Τους έχω γνωρίσει σε όλες τις φάσεις όλους αυτούς. Όλοι τους ξέρετε. Όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Μια μεγάλη καλύβα η Ελλάδα κατοικημένη από κουτοπόνηρους ραγιάδες με ελάχιστες εξαιρέσεις ανθρώπων με φυσική μεγαλοπρέπεια, αρχοντιά, αξιοπρέπεια, που είναι τυχεροί αν κατάφεραν να επιβιώσουν μέσα σ΄αυτό τη σαπίλα χωρίς να έχουν χάσει τα λογικά τους ή χωρίς να έχουν πεθάνει στη ψάθα. Πολλοί από αυτούς απλά έμειναν μονάχοι , μακριά από τη μόλυνση να μην τους ενοχλεί και να μην ενοχλούν κανέναν.
Ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε την χαμένη μας αξιοπρέπεια. Πότε μας ξέφυγε και δεν την πήραμε χαμπάρι Ψάχνουμε να ταυτίσουμε το μεγαλείο των αρχαίων μας προγόνων με τη σημερινή μας ιδιότητα. Και δεν βλέπουμε το αυτονόητο πως το μεγαλείο αυτό έχει χαθεί προ πολλού σ΄εκείνο το σάπιο τοστ που πλάσαρε ο ψευτο-νεο-ελληναράς στο κορόιδο «τον ξένο» μπροστά στην Ακρόπολη....
Ο ψευτο-νεο-ελληναράς που συνήθιζε να αποκαλεί τους αρχαίους αδελφές και τεμπέληδες και το τσιφτετέλι με τα καλαθάκια τις γαρδένιες ευτυχία.... εκείνος ο ίδιος που συνήθιζε να λέει «του την έφερα του μαλάκα».. και να εννοεί ακόμα και το πατέρα του...

Ο χαρτζηλικάκιας και προικοαναθρεμένος άντρακλας κι η θεοφοβούμενη και χαμηλοβλεπούσα ψευτοπαρθενίτσα που έψαχνε ένα κορόϊδο «να το τυλίξει»...
Όλοι αυτοί οι – δεν ξέρω σε τι στο διάολο πιστεύουν – άνθρωποι ξεφτίλες ήταν η ραχοκοκκαλιά της νεώτερης Ελλάδας. Αυτοί κι όχι οι 300 του Λεωνίδα...
Ποιος είναι αυτός ο ανθρωπάκος με το τίμιο κούτελο που απόκτησε ένα σπίτι για πάρτη του, ένα για κάθε παιδί, ένα εξοχικό, δυο-τρία αυτοκίνητα, λεφτά στη τράπεζα, ταξίδια σε μέρη εξωτικά, παιδιά στο εξωτερικό να σπουδάζουν, και τις λουλουδούδες να τις ξέρει με το μικρό τους ονοματάκι από ένα τοστ που έψηνε? Ποιος?
Ραγιαδο-καπιταλιστές ήμασταν. Με πεσκέσια στους άρχοντες και χαράτσια στους δύστυχους. Ούτε άρχουσα τάξη είχαμε ούτε προλεταριάτο. Βεζύρηδες κι αγάδες είχαμε vs κακομοίρηδων μόνιμα.

(Ειλικρινά ζητώ ένα συγνώμη για όσους δεν είναι έτσι, αλλά αυτοί δεν βρίσκονται σε αυτό το κείμενο και το ξέρουν. Βρίσκονται μόνοι τους κάπου θλιμμένοι για τη κατάντια και ξένοι, εντελώς ξένοι σ΄αυτό το τόπο. Έχουν πάρει την ελληνική τους αξιοπρέπεια και την ταξιδεύουν αλλού. Κάπου που δεν βρωμάει τόσο μήπως και διαφυλάξουν τα τελευταία ίχνη της).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου